Ομιλία Νίκου Νικολαΐδη στη Βουλή κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2016

Ο ΝΝ στο βήμα για τους Προϋπολογισμούς του 2016O κρατικός προϋπολογισμός δεν είναι απλά ένας ισολογισμός εσόδων – εξόδων. Ο κρατικός προϋπολογισμός κατά κύριο λόγο, εκφράζει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, και αποτελεί το κατ’ εξοχήν εργαλείο υλοποίησης της δημοσιονομικής πολιτικής-της, μια και τη νομισματική πολιτική για ένα κράτος της Ευρωζώνης, όπως είναι η Κύπρος, την ασκεί η ΕΚΤ. Συνεπώς ο προϋπολογισμός του 2016 θα πρέπει να κριθεί όχι αν λογιστικά είναι εντάξει, αλλά αν αλλά αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα προβλήματα της οικονομίας. Την ύφεση, την ανεργία, τα διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά και τα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα, γιατί η οικονομική πολιτική μιας κυβέρνησης έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση και αυτών των προβλημάτων.

Ο προϋπολογισμός του 2016, καταρτίστηκε στη βάση εκτιμήσεων και προβλέψεων που συμφώνησε η κυβέρνηση μας με την Τρόικα στα πλαίσια της 7ης αξιολόγησης αλλά και του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου 2016-2018.

Ασφαλώς δεν μηδενίζουμε την τάση για σταθεροποίηση των δημοσιονομικών δεικτών που καταγράφεται. Να μην ξεχνάμε όμως αυτή η σταθεροποίηση γίνεται με βαρύτατο κόστος και αιματηρές θυσίες από τους πολίτες, όπως επίσης και το γεγονός ότι αυτοί οι αριθμοί κάθε άλλο παρά εκφράζουν την εικόνα της πραγματικής οικονομίας.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε σήμερα, πριν εγκρίνουμε ή απορρίψουμε τον προϋπολογισμό που έχουμε ενώπιον μας είναι κατά πόσον η οικονομική πολιτική που εκφράζεται με αυτό τον προϋπολογισμό, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, είναι η οικονομική πολιτική που χρειάζεται σήμερα ο τόπος μας.

Φέτος γίνεται αυτό που έγινε και πέρσι και πρόπερσι: Η κυβέρνηση προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ της οικονομικής της πολιτικής, και εκεί όπου δεν έχει επιχειρήματα, λέει ότι είναι η Τρόικα και το Μνημόνιο που δεν μας αφήνουν να κάνουμε αυτό που θα θέλαμε.

Η δικαιολογία του μνημονίου θα ευσταθούσε αν η κυβέρνηση έκανε έστω και κάποιες στοιχειώδεις ενέργειες για να διαφοροποιηθούν κάποια από τα πράγματα που μας επιβάλλει η Τρόικα μέσω του Μνημονίου. Αυτό δεν το κάνει η κυβέρνηση όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή δεν το θέλει. Δεν το θέλει γιατί συμφωνεί με τις πολιτικές της Τρόικας, και συχνά βρίσκεται πιο μπροστά από την τρόικα . Η κυβέρνηση μας δεν αμφισβητεί τις πολιτικές της Τρόικας, παρά το ότι σήμερα οι πολιτικές της Τρόικας αμφισβητούνται όλο και περισσότερο από προοδευτικές δυνάμεις σε όλο και περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Αμφισβητούνται οι πολιτικές της λιτότητας και της ύφεσης, γιατί είναι πολιτικές που δεν μπορούν να οδηγήσουν την Ευρώπη έξω από την κρίση, έξω από τα κοινωνικά προβλήματα και την ανεργία. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι αυτές οι πολιτικές δεν οδήγησαν την Ευρώπη έξω από την κρίση, παρά το ότι πέρασαν ήδη 5 χρόνια από την είσοδο σε αυτή την κρίση. Σήμερα αναζητούνται τρόποι για να προωθηθούν πολιτικές που θα βγάλουν επιτέλους την Ευρώπη από την κρίση. Που θα οδηγήσουν ξανά στην ανάπτυξη, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση του κοινωνικού ιστού.

Δυστυχώς όμως η κυβέρνηση μας εφαρμόζει κατά γράμμα τις πολιτικές της Τρόικας, που στην ουσία είναι πολιτικές των συντηρητικών κομμάτων που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία στις χώρες του κεντρικού και βόρειου ευρωπαϊκού άξονα, που είτε η κρίση τις έχεις αγγίσει λιγότερο, είτε ακόμα έχουν ωφεληθεί από αυτή την κρίση.

Το ερώτημα είναι: υπάρχει άλλος τρόπος διαχείρισης της κρίσης που να φέρνει αποτελέσματα; Σήμερα στην Ευρώπη υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις: Υπάρχει η κυρίαρχη άποψη, η συντηρητική, νεοφιλελεύθερη άποψη, και υπάρχει και η προοδευτική προσέγγιση, που αμφισβητεί την κυρίαρχη αυτή άποψη. Και οι δυο προσεγγίσεις έχουν ως στρατηγικό στόχο την έξοδο από την κρίση, και οι δύο πολιτικές συμφωνούν ότι το όχημα για έξοδο από την κρίση είναι η ανάπτυξη, και οι δυο πολιτικές υποστηρίζουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Από κει και πέρα όμως αρχίζουν οι διαφορές, που έχουν να κάμουν με τις προτεραιότητες της κάθε μιας από τις δυο πολιτικές.

Η συντηρητική προσέγγιση θέτει ως πρώτη προτεραιότητα τη δημοσιονομική πειθαρχία, τα ενισχυμένα πλεονάσματα. Αυτές είναι μεγαλύτερες προτεραιότητες από την άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας, και εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση αυτής της πολιτικής, την οποία υιοθετεί και η δική μας κυβέρνηση. Ενώ δηλαδή η κυβέρνηση αποδέχεται ότι το όχημα για έξοδο από την κρίση είναι η ανάπτυξη, θέτοντας ως πρώτες προτεραιότητες της τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη δημιουργία πλεονασμάτων, ουσιαστικά οδηγεί σε συνθήκες που δεν δημιουργούν ώθηση της ανάπτυξης και δεν οδηγούν στην άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας. Παράλληλα η κυβερνητική πολιτική υποβαθμίζει το τεράστιο κοινωνικό κόστος από την παρατεταμένη παραμονή στην κρίση και τις μόνιμες βλάβες που προκαλούνται, όπως είναι η μετανάστευση της νέας γενιάς και η φτωχοποίηση των αδύνατων στρωμάτων του λαού μας.

Αλλά και σε σχέση με τις «μεταρρυθμίσεις». Η συντηρητική φιλοσοφία για τις μεταρρυθμίσεις επιδιώκει την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας μέσα από την μονόπλευρη συμπίεση της εργασιακής πλευράς, μέσα από την απορρύθμιση της αγοράς με τις αλόγιστες ιδιωτικοποιήσεις. Στην ουσία οι πολιτικές της συντηρητικής άποψης δεν αναγνωρίζουν την ανάγκη για πιο κοινωνικά και αναπτυξιακά στοχευμένων πολιτικών των τραπεζών , ώστε να υπάρξει μια έστω και κάποια εξισορρόπηση της μετατροπής της τραπεζικής κρίσης σε δημοσιονομική, κάτι που επέφερε ασήκωτο κόστος στους πολίτες.

Εκείνο που χρειάζεται σήμερα είναι αλλαγή στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και στις προτεραιότητες της. Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των ανοικτών προβλημάτων της πραγματικής οικονομίας, των ΜΕΔ, της ανεργίας, της ύφεσης, της έλλειψης ρευστότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, των κοινωνικών προβλημάτων. Είναι υπαρκτά αυτά τα προβλήματα και είναι αναποτελεσματική η κυβερνητική πολιτική αντιμετώπισης τους. Ο ισοσκελισμός του προϋπολογισμού είναι σωστός στόχος, αλλά δεν λύει τα υπάρχοντα προβλήματα.

Οι τράπεζες και τα συνεργατικά ιδρύματα δεν προχωρούν με τους απαιτούμενους ρυθμούς σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις δανείων, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκποιήσεων και μαζικών πωλήσεων. Παρά την υιοθέτηση του πλαισίου αφερεγγυότητας, ακόμα δεν έγιναν οι απαραίτητες διοικητικές ρυθμίσεις ώστε επισπευτούν οι διαδικασίες αναδιαρθρώσεων των ΜΕΔ. Στόχος εξακολουθεί να είναι μέσα από τις πρόνοιες του πλαισίου να καταστεί δυνατή η προστασία της κύριας κατοικίας βιώσιμων δανειοληπτών αλλά και να διασφαλιστεί η επιβίωση των βιώσιμων επιχειρήσεων, κυρίως των μικρομεσαίων, ώστε να μην χαθούν άλλες θέσεις εργασίας. Εξίσου σημαντικός στόχος είναι και η λήψη μέτρων, για δανειολήπτες που εντάσσονται στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού και οι οποίοι θεωρούνται μη βιώσιμοι. Δυστυχώς όμως δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί η εξαγγελία της κυβέρνησης για θεσμοθέτηση του προγράμματος ενοικίου αντί δόσης, ενώ η ανυπαρξία κυβερνητικής στεγαστικής πολιτικής πλήττει την κοινωνική συνοχή.

Η όποια βελτίωση των κυπριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν έχει ακόμα μεταφραστεί σε πρακτικό όφελος για την πραγματική οικονομία, μέσα από την διευκόλυνση στην παραχώρηση χορηγήσεων και στην αποκλιμάκωση των δανειστικών επιτοκίων. Ανησυχητικό φαινόμενο αποτελούν οι αβεβαιότητες για την κεφαλαιϊκή επάρκεια των δύο κυπριακών συστημικών τραπεζών, γεγονός που καταδεικνύει ότι ακόμα υπάρχει μια σημαντική ευπάθεια του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος. Ιδιαίτερα ανησυχητικά όμως είναι τα δεδομένα στο συνεργατισμό με το κεφαλαιϊκό κενό των 200 εκατ. που παρουσιάζεται σήμερα. Έχουμε ζητήσει και περιμένουμε να δούμε λεπτομέρειες των κυβερνητικών σχεδιασμών και των σχεδιασμών της ΚΤ για το συνεργατισμό. Το κίνημα μας στηρίζει σθεναρά το συνεργατικό κίνημα και θα αγωνιστούμε να μην τον δούμε να περνά στα χέρια των οποιωνδήποτε κερδοσκόπων, εξέλιξη για την οποία η κυβέρνηση θα φέρει τεράστια ευθύνη.

Αναφορικά με την ανάπτυξη. Αυτοεπαινείται η κυβέρνηση ότι αύξησε τις αναπτυξιακές δαπάνες κατά 5%. Δεν μας λέει όμως στη βάση ποιου αναπτυξιακού μοντέλου. Όλοι μιλούν για την ανάγκη ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, ενός μίγματος από παραδοσιακούς τομείς, που πρέπει να ενισχυθούν, και νέους τομείς που πρέπει να δημιουργηθούν. Δεν είδαμε ακόμα, γιατί δεν υπάρχει ένας ολοκληρωμένος στρατηγικός σχεδιασμός για αυτό το νέο αναπτυξιακό μοντέλο. Και χωρίς νέο οικονομικό μοντέλο δεν υπάρχει και ούτε προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Γι’ αυτό δεν υπήρξε μέχρι σήμερα καμιά μεγάλη και ουσιαστική ξένη επένδυση στην Κύπρο. Σε όλες τις οικονομίες σήμερα, συζητείται η αναγκαιότητα της αυξημένης κρατικής συμβολής στην ενίσχυση της ανάπτυξης, μέσα στις συνθήκες ύφεσης και καθήλωσης της αγοράς. Στην δική μας περίπτωση, η πενιχρή αύξηση στις αναπτυξιακές δαπάνες του προϋπολογισμού απέχει πολύ από του να έχει την απαιτούμενη δυναμική για να ωθήσει την ανάπτυξη και την έξοδο από την κρίση.

Αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις. Τι είδαμε μέχρι σήμερα; Δεν υπάρχει ούτε ενιαία στρατηγική ούτε ενιαία λογική για την πολιτική αναφορικά με τους δημόσιους οργανισμούς. Υπάρχει ο βασικός στόχος της αδιάκριτης ιδιωτικοποίησης, αυτό και αν είναι ιδεολογική αγκύλωση, και απ’ εκεί και πέρα βλέπουμε μια σειρά από αντιφατικές αποφάσεις. Από τη μια νομοσχέδια που αποκρατικοποιούν και από την άλλη νομοσχέδια που ενισχύουν τον κρατικό έλεγχο πάνω στους ημικρατικούς και τη δημόσια υπηρεσία. Αποφάσεις που την μια μέρα θεωρούν ως προαπαιτούμενο την ιδιωτικοποίηση ενός ημικρατικού, και την επόμενη ημέρα δεν το θεωρούν. Και αντίστροφα.

Το θέμα της κοινωνικής πολιτικής του κράτους, μετά τη ψήφιση του νόμου για τις εκποιήσεις, αποκτά καθοριστική σημασία μέσα στις εξαιρετικά σκληρές οικονομικές συνθήκες που περνά ο λαός μας. Αναμέναμε να δούμε ένα προϋπολογισμό που μέσα από τον ουσιαστικό εξορθολογισμό των δαπανών να στηρίζει την κοινωνική συνοχή και να προσφέρει την απαιτούμενη προστασία και ανακούφιση προς εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει όλους τους σχεδιασμούς της στην εφαρμογή του ΕΕΕ, το οποίο, χωρίς να υποτιμούμε τη δική του συμβολή, ιδίως σε οικογένειες που δεν είχαν καθόλου εισόδημα, πρέπει να πούμε ότι υπολείπεται από του να δώσει λύσεις στα τεράστια κοινωνικά προβλήματα του τόπου

Θα ήθελα με την ευκαιρία της σημερινής συζήτησης να κάνω και μια αναφορά στο θέμα της πορείας διερεύνησης του σκανδάλου της οικονομίας και της προσαγωγής των ενόχων στη δικαιοσύνη.

Η Βουλή, μέσα στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού της ελέγχου, έχει καθήκον και υποχρέωση να ασχοληθεί με θέματα που αφορούν τους θεσμούς και τη χρηστή διοίκηση. Και τα αίτια της οικονομικής κατάρρευσης της πατρίδας μας αφορούν κατά κύριο λόγο την καταστρατήγηση των θεσμών και της χρηστής διοίκησης στη δημόσια διοίκηση υπό την ευρεία της έννοια. Μέσα σε αυτά πλαίσια είναι ευθύνη της Βουλής απέναντι στο λαό μας, να διερευνήσει τα τεράστια ζητήματα, λάθη, κενά, παραλήψεις, διαπλοκές και συγκρούσεις συμφέροντος, σε σχέση με την χρηματοπιστωπιστική κρίση και την καταστροφή της κυπριακής οικονομίας. Υπάρχουν θέματα μείζονος σημασίας, όπως η αγορά ελληνικών ομολόγων, η πώληση των παραρτημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, η εκτόξευση του ELA, τα τοξικά δάνεια, οι αλόγιστες επεκτάσεις των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό, και άλλα, τα οποία είχαν καθοριστικό ρόλο στην καταστροφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της οικονομίας της Κύπρου, και τα οποία βρίσκονται ακόμα σε εκκρεμότητα. Η Βουλή ασφαλώς και δεν έχει ως αντικείμενο της την ποινική διερεύνηση.

Είναι δική της ευθύνη όμως ο εντοπισμός και η ανάδειξη πολιτικών και θεσμικών ευθυνών. Αναπόφευκτα εκεί όπου μέσα από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο εντοπίζονται θέματα πιθανής ποινικής ή άλλης ευθύνης, η Βουλή καθηκόντως ενημερώνει τους αρμόδιους για τα θέματα αυτά φορείς για περαιτέρω χειρισμό, μέσα στα πλαίσια της επιβαλλόμενης συνεργασίας όλων των θεσμών με στόχο την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Το θέμα της κάθαρσης, που είναι καθολική απαίτηση του κυπριακού λαού, είναι θέμα που αφορά όλους τους θεσμούς της κυπριακής πολιτείας, οι οποίοι, ο καθένας στον τομέα του, οφείλουν να συμβάλουν στην γρηγορότερη απονομή δικαιοσύνης. Κατανοούμε τις δυσκολίες και την πολυπλοκότητα των θεμάτων αυτών, όπως και την ανάγκη να στοιχειοθετηθούν επαρκώς όλες οι υποθέσεις από τις ανακριτικές αρχές. Την ίδια όμως στιγμή κατανοούμε και τις ιδιαίτερες ευαισθησίες και ανησυχίες της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση έχει με την ταχύτητα της πορείας προς την απαραίτητη κάθαρση. Η Βουλή έχει μια ύψιστη αποστολή να επιτελέσει. Να κρατήσει το θέμα της κάθαρσης στις πρώτες προτεραιότητες της κυπριακής πολιτείας. Και ταυτόχρονα να κάνει ότι είναι δυνατόν για να μην υπάρξει καμιά πιθανότητα συγκάλυψης ή παραγραφής των εγκλημάτων αυτών, όπως έγινε με το Χρηματηστήριο.

Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι,

Το ΚΣ είναι αντίθετο με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Είμαστε εναντίον και της φιλοσοφίας της οικονομικής πολιτικής, αλλά και της έκφρασης αυτής της πολιτικής, που είναι ο ετήσιος προϋπολογισμός. Πιστεύουμε πως ο τόπος, το δημόσιο συμφέρον, το καλό του κυπριακού λαού απαιτούν μια διαφορετική πολιτική. Η ΕΔΕΚ έχει καταθέσει απόψεις και συγκεκριμένες εισηγήσεις και προτάσεις για το τι χρειάζεται σήμερα ο τόπος. Όχι σε θεωρητικό και αόριστο επίπεδο. Αλλά σε σχέση και με τα κορυφαία ζητήματα του τόπου, αλλά και σε σχέση με τα καθημερινά που αγγίζουν τον κάθε πολίτη και την κάθε οικογένεια. Ήδη από το 2013, στη βάση των πορισμάτων από το φόρουμ για την οικονομία που διοργάνωσε, η ΕΔΕΚ διαμόρφωσε μια ολοκληρωμένη, λεπτομερή, τεκμηριωμένη πρόταση για έξοδο από την κρίση, αποτελούμενη από 150 συγκεκριμένα μέτρα. Η πρόταση καθόριζε ένα στρατηγικό σχεδιασμό για την έξοδο της πατρίδας μας από την κρίση, την επάνοδο στις αγορές, την αποκατάσταση της ευρωστίας της οικονομίας μας, της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας του λαού μας. Οι προτάσεις της ΕΔΕΚ υποβλήθηκαν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Υπουργό Οικονομικών, αλλά αγνοήθηκαν.

Σήμερα σε σχέση με τον Προϋπολογισμό του 2016, η ΕΔΕΚ επανέλαβε τις βασικές της θέσεις και τη βασική της φιλοσοφία. Η ΕΔΕΚ κωδικοποίησε την προσέγγιση μας στον προϋπολογισμό του 2016 μέσα από 10 θεμελιακές προτάσεις. Προτάσεις που αφορούν τα πιο σημαντικά ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής: Την ανάπτυξη, τις κοινωνικές παροχές, τους ημικρατικούς, το ΓΕΣΥ, τους μισθούς και τις συντάξεις.

Καλέσαμε τον Πρόεδρο της ΚΔ, να αποδεχτεί αυτές τις προτάσεις και να αποδείξει κατά πόσον η κυβέρνηση του έχει ως πρώτη προτεραιότητα της το συμφέρον του τόπου, ή την εξυπηρέτηση των πολιτικών της Τρόικας. Τον καλέσαμε και ταυτόχρονα δηλώσαμε την ετοιμότητα μας να στηρίξουμε και τον Προϋπολογισμό του 2016, αλλά και την όποια προσπάθεια εξυπηρέτησης του τόπου.
Δυστυχώς, ακόμα μια φορά οι προτάσεις της ΕΔΕΚ αγνοήθηκαν.

Η ΕΔΕΚ δεν θα στηρίξει μέτρα και πολιτικές που δεν λύουν, αλλά αντίθετα διαιωνίζουν και διευρύνουν τα προβλήματα του τόπου. Γι΄αυτό θα καταψηφίσουμε τον κρατικό Προϋπολογισμό του 2016, με εξαίρεση τα κονδύλια για την άμυνα.

Leave a Reply

Επιλογές