Άρθρο-Παρέμβαση του Ν. Νικολαΐδη | «Το Μνημόνιο και η αυτοκατάργηση της Βουλής»

Η ΕΔΕΚ διαφώνησε τόσο με τη φιλοσοφία όσο και με συγκεκριμένες πρόνοιες του Μνημονίου Συναντίληψης (ΜΣ) που είτε είναι άδικες και ισοπεδωτικές για ευάλωτες ομάδες του λαού μας, είτε θέτουν απαράδεκτους περιορισμούς σε θέματα κρατικής κυριαρχίας και δημοκρατικών θεσμών του κράτους μας. Η θέση της ΕΔΕΚ είναι ότι αυτές οι πρόνοιες πρέπει να διαφοροποιηθούν προτού αυτό το ΜΣ καταλήξει σε Δανειακή Σύμβαση και σε Νόμους του κράτους μας. Αυτή η πολιτική θέση την οποία η ΕΔΕΚ προωθεί με υπευθυνότητα στην πράξη, μέχρι στιγμής, βρίσκει την αντίθεση της πλειοψηφίας των κομμάτων, τα οποία εμμένουν στην ακατανόητη θέση ότι δεν έχουμε  δικαίωμα να διεκδικήσουμε την οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο Μνημόνιο Συναντίληψης έστω κι αν αυτές οι διαφοροποιήσεις αντισταθμίζονται με προτάσεις ισοδύναμου κόστους.

Με βάση την πιο πάνω πολιτική της θέση, η ΕΔΕΚ εντόπισε  και υπέδειξε πρόνοιες αλλά και ασάφειες στο ΜΣ που αν δεν διευκρινιστούν και βελτιωθούν θα μπορούν να θέσουν τα έσοδα από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, άμεσα ή έμμεσα υπό τον έλεγχο της Τρόικα. Επίσης καταψηφίσαμε στη Βουλή νομοσχέδια που έφερε η Κυβέρνηση με βάση το ΜΣ, που παραβιάζουν τους δημοκρατικούς μας θεσμούς γιατί αφαιρούν από τη Βουλή το θεσμικό και συνταγματικό δικαίωμα να έχει τον τελικό λόγο στις αυξήσεις των φόρων κατανάλωσης που αποφασίζει η κυβέρνηση.

Μέσα στο ίδιο πνεύμα, καταψηφίσαμε και τα κυβερνητικά μνημονιακά νομοσχέδια τα οποία περιέχουν πρόνοιες που πλήττουν την κοινωνική συνοχή, όπως η οριζόντια περικοπή μισθών και η απαράδεκτη και αστόχευτη μείωση κοινωνικών παροχών σε ευάλωτες ομάδες όπως είναι οι βαριά ανάπηροι, οι τυφλοί και οι πολύτεκνοι.

Κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού, η ΕΔΕΚ σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η άμεση απόλυση εκατοντάδων εργαζομένων στο δημόσιο ως ωρομισθίων εποχιακών εργατών και ως συμβασιούχων καθηγητών, όπως δυστυχώς προβλέπει το ΜΣ που συμφωνήσαμε, εισηγήθηκε τη μείωση των λειτουργικών δαπανών όλων των Υπουργείων κατά ένα ποσοστό 2.75%. Ο στόχος ήταν  τα ποσά που θα εξοικονομηθούν να καλύψουν το μισθολόγιο των εργαζομένων αυτών. Δυστυχώς η πλειοψηφία των κομμάτων στη Βουλή απέρριψε και αυτή μας την πρότασή.

Οι πιο πάνω ενέργειες της ΕΔΕΚ αποτελούν τη συνέχεια της πάγιας πολιτικής της για προστασία των ευάλωτων ομάδων του λαού μας, όχι στα λόγια αλλά μέσα από τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Το πιο πρόσφατο δείγμα αυτής της πολιτικής ήταν η κατάθεση στις 26.10.2012 στη Βουλή τριών προτάσεων νόμου, με στόχο την προστασία των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, η πρώτη πρόταση αφορά στο πάγωμα και την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων για εκποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας, σε περιπτώσεις όπου το χρέος δημιουργήθηκε για αγορά ή οικοδόμηση πρώτης κατοικίας ή σε οφειλή που δημιουργήθηκε για χρηματοδότηση επιχείρησης υπό τον όρο ότι η επιχείρηση είναι βιώσιμη στη βάση αντικειμενικών και ανεξαρτήτων εκτιμήσεων. Με αυτήν την πρόταση νόμου προστατεύεται η εξασφάλιση της πρώτης κατοικίας, στηρίζεται η επιχειρηματική ανάπτυξη και αποφεύγεται η οικονομική καταστροφή, είτε προσώπων επειδή δανείστηκαν για να εξασφαλίσουν στέγη, είτε των επιχειρήσεων λόγω του ότι αδυνατούν ένεκα της οικονομικής κρίσης, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, παρά το γεγονός ότι είναι βιώσιμες.

Η δεύτερη πρόταση νόμου καταργεί το θεσμό της ελευθεροποίησης του επιτοκίου και γίνεται επαναφορά της νομοθεσίας που ίσχυε πριν από την τροποποίηση του 1999 και του 2001. Η μέχρι σήμερα πρακτική της ελευθεροποίησης του επιτοκίου απέδειξε ότι τα μικρομεσαία και μικρά νοικοκυριά πολλές φορές θυματοποιούνται και πολλά από αυτά έχουν καταστραφεί, κυρίως διότι τα δάνεια και οι οφειλές έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, λόγω της υπερχρέωσης, του ανατοκισμού, της κεφαλαιοποίησης του τόκου και της επιβάρυνσής τους με τόκους υπερημερίας και πανωτόκια.

Η τρίτη πρόταση νόμου αφορά στην τροποποίηση του «Περί Πτωχεύσεως» νόμου, ώστε να μην μπορούν οι δανειστές να επιτυγχάνουν δικαστικά διαδικασίες πτώχευσης εναντίον οφειλετών, εκτός και αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με αυτήν την πρόταση νόμου, τερματίζεται η αδικία σε βάρος των εγγυητών, αλλά και του πρωτοφειλέτη, αφού με βάση την υφιστάμενη πρακτική, οι πιστωτές -συνήθως τράπεζες- προχωρούσαν στην πτώχευση του οποιουδήποτε προσώπου, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η οφειλή περιοριζόταν σε πολύ μικρά ποσά, και παρά το γεγονός ότι το χρέος ήταν εξασφαλισμένο.

Οι πιο πάνω 3 προτάσεις νόμου της ΕΔΕΚ βρίσκονται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία και με συγκεκριμένες πρόνοιες του ΜΣ. Στη βούληση της Βουλής είναι είτε να προωθηθούν είτε να απορριφθούν. Τυχόν απόρριψη τους στη βάση και πάλιν του απαράβατου του ΜΣ, θα ισοδυναμούσε ακόμα μια φορά με αυτοκατάργηση της Βουλής.

Leave a Reply

Επιλογές